Μετάβαση στο περιεχόμενο

citizenship

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
citizenship < citizen + -ship

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
citizenship citizenships

citizenship (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ιθαγένεια, η υπηκοότητα, το νομικό δικαίωμα να ανήκει κανείς σε ένα συγκεκριμένο κράτος
    παράδειγμα  They were granted full Greek citizenship.
    Τους χορηγήθηκε πλήρης ελληνική ιθαγένεια.
    παράδειγμα  He has dual citizenship with Greece and the US.
    Έχει διπλή ιθαγένεια, ελληνική και αμερικανική.
    παράδειγμα  You can apply for citizenship after five years’ residency.
    Μπορείτε να υποβάλετε αίτηση για ιθαγένεια μετά από πέντε χρόνια διαμονής.
  2. (μη μετρήσιμο) η πολιτότητα, η πολιτειότητα, η κατάσταση του να είναι κανείς πολίτης και να αποδέχεται τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται
    παράδειγμα  We must provide an education that prepares young people for citizenship.
    Πρέπει να παρέχουμε μια εκπαίδευση που καλλιεργεί την ενεργό πολιτειότητα στους νέους./που προετοιμάζει τους νέους για την ιδιότητα του ενεργού πολίτη.