citizenship
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| citizenship | citizenships |
citizenship (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η ιθαγένεια, η υπηκοότητα, το νομικό δικαίωμα να ανήκει κανείς σε ένα συγκεκριμένο κράτος
They were granted full Greek citizenship.
- Τους χορηγήθηκε πλήρης ελληνική ιθαγένεια.
He has dual citizenship with Greece and the US.
- Έχει διπλή ιθαγένεια, ελληνική και αμερικανική.
You can apply for citizenship after five years’ residency.
- Μπορείτε να υποβάλετε αίτηση για ιθαγένεια μετά από πέντε χρόνια διαμονής.
- (μη μετρήσιμο) η πολιτότητα, η πολιτειότητα, η κατάσταση του να είναι κανείς πολίτης και να αποδέχεται τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται
We must provide an education that prepares young people for citizenship.
- Πρέπει να παρέχουμε μια εκπαίδευση που καλλιεργεί την ενεργό πολιτειότητα στους νέους./που προετοιμάζει τους νέους για την ιδιότητα του ενεργού πολίτη.